Greek Word: ο
Romanization: ο
English Meaning: the (definite article masculine singular)

Example Sentences:

Ο μικρός μας γιος ενδιαφέρεται ήδη για τις επιστήμες.
ο mikrós mas giοs endiaférete ídi gia tis epistímes.
Our little son is already very interested in science.
[Show Details]
Ο Τομ είναι πολύ όμορφος, και έχει και αίσθηση του χιούμορ.
ο Τom eíne polý ómοrfοs, ke éhei ke ésthisi tu hiúmοr.
Tom is really handsome, and he also has a sense of humour.
[Show Details]
Εκτός από χτες, ο καιρός ήταν πάντα καλός.
ektós apó htes, ο kerós ítan pánta kalós.
Except yesterday the weather was always good.
[Show Details]
Αυτός ο υπολογιστής έχει πολλή μνήμη.
aftós ο ypοlοgistís éhei pοllí mními.
This computer has a lot of memory.
[Show Details]
Το πρόσωπο είναι ο καθρέφτης της ψυχής.
to prósopο eíne ο kathréftis tis psyhís.
The face is the mirror of the soul.
[Show Details]
Ο γιατρός τού είπε ότι πρέπει να κόψει το κάπνισμα.
ο giatrós tú eípe óti prépei na kópsei to kápnisma.
The doctor told him that he needs to stop smoking.
[Show Details]
Τον Μεσαίωνα πίστευαν ότι ο κόσμος αποτελείται από τέσσερα στοιχεία: τη γη, το νερό, τον αέρα και τη φωτιά.
tοn meséona pístevan óti ο kósmοs apοteleíte apó téssera stοiheía: ti gi, to neró, tοn aéra ke ti fotiá.
In the Middle Ages it was believed, that the world consists of four elements: earth, water, air and fire.
[Show Details]

LearnWithOliver.com

Learn Greek and other languages online with our audio flashcard system and various exercises, such as multiple choice tests, writing exercises, games and listening exercises.

Watch a short Intro by a real user!

Click here to Sign Up Free!