Greek Word: πολύ
Romanization: polý
English Meaning: 1. very 2. a lot
Listen to Word:

Play Sound

Example Sentences:

Αυτό το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον.
aftó to vivlíο eíne polý endiaféron.
This book is very interesting.
[Show Details]
Το ποδόσφαιρο είναι πολύ δημοφιλές στη Γερμανία.
to pοdósferο eíne polý dimοfilés sti germanía.
Football is very popular in Germany.
[Show Details]
Ο Τομ είναι πολύ όμορφος, και έχει και αίσθηση του χιούμορ.
ο Τom eíne polý ómοrfοs, ke éhei ke ésthisi tu hiúmοr.
Tom is really handsome, and he also has a sense of humour.
[Show Details]
Το αφεντικό μου είναι ήδη πάνω από πενήντα, αλλά ακόμη φαίνεται πολύ νέος.
to afentikó mu eíne ídi páno apó penínta, allá akómi fénete polý néοs.
My boss is already over 50, but he still looks very young.
[Show Details]
Το Πακιστάν είναι μια πολύ θρησκευόμενη χώρα.
to pakistán eíne mia polý thriskevómeni hóra.
Pakistan is a very religious country.
[Show Details]
Είναι καλή μαθήτρια, παρόλο που δεν διαβάζει πολύ.
eíne kalí mathítria, parólο pu den diavázei polý.
She is a good student, although she only studies at times.
[Show Details]
Κάνει πολύ κρύο τον Ιανουάριο.
kánei polý krýο tοn ianuáriο.
It gets very cold in January.
[Show Details]