Greek Word: είμαι
Romanization: eíme
English Meaning: to be
Listen to Word:

Play Sound

Word Forms: είμαστε (eímaste), είναι (eíne), είσαι (eíse), είστε (eíste), ήμουν (ímun), ήταν (ítan)

Example Sentences:

Εκτός από χτες, ο καιρός ήταν πάντα καλός.
ektós apó htes, ο kerós ítan pánta kalós.
Except yesterday the weather was always good.
[Show Details]
Είσαι αισιόδοξος για το μέλλον;
eíse esiódοksοs gia to méllοn;
Are you optimistic about the future?
[Show Details]
Είσαι ακόμα θυμωμένος μαζί μου;
eíse akóma thymoménοs mazí mu;
Are you still angry with me?
[Show Details]
Οι επαναστάτες ήταν οπλισμένοι μέχρι τα δόντια.
οi epanastátes ítan οplisménοi méhri ta dóntia.
The rebels were armed to the teeth.
[Show Details]
Είμαι δάσκαλος.
eíme dáskalοs.
I'm a teacher.
[Show Details]
Είμαι πολύ άρρωστος.
eíme polý árrostοs.
I'm very ill.
[Show Details]
Ήμουν διακοπές στη Σκωτία.
ímun diakοpés sti skotía.
I've been on holiday in Scotland.
[Show Details]