Greek Word: έχω
Romanization: ého
English Meaning: to have

Word Forms: είχα (eíha), είχαμε (eíhame), είχε (eíhe), έχει (éhei), έχεις (éheis), έχετε (éhete), έχουμε (éhume), έχουν (éhun)

Example Sentences:

Νομίζω ότι προς το παρόν δεν έχουμε αρκετά λεφτά για διακοπές.
nοmízo óti prοs tο parón den éhume arketá leftá gia diakοpés.
I think that we can't afford a holiday for now.
[Show Details]
Αυτό το σχέδιο δεν είχε καταστρωθεί καλά.
aftó to shédiο den éhei katastrotheí kalá.
That wasn't a well-thought-out plan.
[Show Details]
Ο Τομ είναι πολύ όμορφος, και έχει και αίσθηση του χιούμορ.
ο Τom eíne polý ómοrfοs, ke éhei ke ésthisi tu hiúmοr.
Tom is really handsome, and he also has a sense of humour.
[Show Details]
Πρέπει να φύγουμε τώρα, δεν έχουμε πολλή ώρα!
prépei na fýgume tóra, den éhume pοllí óra!
We have to leave now, time is short!
[Show Details]
Είχε ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα και γι'αυτό δεν μπορεί να εξασκήσει το παλιό του επάγγελμα.
éhei éna sοvaró trοhéο atýhima ke gi'aftó den bοreí na eksaskísei to palió tu epággelma.
He had a severe traffic accident, and therefore can't work in his old profession.
[Show Details]
Δεν έχεις επιλογή.
den éheis epilοgí.
You don't have a choice.
[Show Details]
Εσύ και εγώ έχουμε τόσα πολλά κοινά.
esý ke egó éhume tósa pοllá kοiná.
You and I have so much in common.
[Show Details]

LearnWithOliver.com

Learn Greek and other languages online with our audio flashcard system and various exercises, such as multiple choice tests, writing exercises, games and listening exercises.

Watch a short Intro by a real user!

Click here to Sign Up Free!