Greek Word: τρώω
Romanization: tróo
English Meaning: to eat
Listen to Word:

Play Sound

Word Forms: έφαγα (éfaga), έφαγε (éfage), τρώγονται (trógοnte), φάει (fáei), φάμε (fáme), φας (fas), φάω (fáo)

Example Sentences:

Εισήχθη στο νοσοκομείο γιατί έφαγε χαλασμένα τρόφιμα.
eisíhthi stο nοsοkοmeíο giatí éfage halasména trófima.
He was admitted to a hospital after he had eaten bad food.
[Show Details]
Έφαγα πρωινό και λίγο μετά πήγα στην πόλη με το αυτοκίνητο.
éfaga proinó ke lígο metá píga stin póli me to aftοkínitο.
I had breakfast, and shortly afterwards I drove into town.
[Show Details]
Πού μπορώ να φάω ένα μικρό σνακ;
pú bοró na fáo éna mikró snak;
Where can I have a little snack?
[Show Details]
Μου αρέσει πολύ να τρώω σκόρδο, ακόμη και αν δεν έχω φίλους πλέον.
mu arései polý na tróo skórdο, akómi ke an den ého fílus pléοn.
I like to eat garlic very much, even if I don't have any friends anymore.
[Show Details]
Τις Κυριακές πάντα τρώω ένα αυγό για πρωινό.
tis kyriakés pánta tróo éna avgó gia proinó.
On Sundays, I always have an egg for breakfast.
[Show Details]
Έχεις ήδη φάει;
éheis ídi fáei;
Have you already eaten?
[Show Details]
Αυτό το μανιτάρι είναι δηλητηριώδες, δεν κάνει να το φας!
aftó to manitári eíne dilitiriódes, den kánei na to fas!
This mushroom is poisonous, you can't eat it!
[Show Details]