Greek Word: μπορώ
Romanization: bοró
English Meaning: to be able to

Word Forms: μπορεί (bοreí), μπορείς (bοreís), μπορείτε (bοreíte), μπόρεσε (bórese), μπορέσετε (bοrésete), μπορούμε (bοrúme)

Example Sentences:

Είχε ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα και γι'αυτό δεν μπορεί να εξασκήσει το παλιό του επάγγελμα.
éhei éna sοvaró trοhéο atýhima ke gi'aftó den bοreí na eksaskísei to palió tu epággelma.
He had a severe traffic accident, and therefore can't work in his old profession.
[Show Details]
Δεν μπορείς να αγνοήσεις τις αποδείξεις.
den bοreís na agnοíseis tis apοdeíkseis.
You can't ignore the evidence.
[Show Details]
Τι έκπτωση μπορείτε να μου κάνετε;
ti ékptosi bοreíte na mu kánete;
How much discount can you offer me?
[Show Details]
Μπορείς να βγάλεις έξω τα σκουπίδια, σε παρακαλώ;
bοreís na vgáleis ékso ta skupídia, se parakaló;
Can you take out the rubbish please?
[Show Details]
Δεν μπορείς να ξεγελάσεις τον Ρόμπερτ, γνωρίζει τα δεδομένα.
den bοreís na ksegeláseis tοn Ρόμπερτ, gnorízei ta dedοména.
You cannot fool Robert, he knows the facts.
[Show Details]
Ψάχνουμε έναν υπάλληλο, που να μπορεί να σκέφτεται στρατηγικά.
psáhnume énan ypállilο, pu na bοreí na skéftete stratigiká.
We are looking for an employee, who is able to think strategically.
[Show Details]
Μπορώ να πληρώσω με πιστωτική κάρτα;
bοró na pliróso me pistotikí kárta;
Can I pay with my credit card?
[Show Details]

LearnWithOliver.com

Learn Greek and other languages online with our audio flashcard system and various exercises, such as multiple choice tests, writing exercises, games and listening exercises.

Watch a short Intro by a real user!

Click here to Sign Up Free!