Greek Word: αρέσω
Romanization: aréso
English Meaning: to like
Listen to Word:

Play Sound

Word Forms: άρεσε (árese), αρέσει (arései), αρέσουν (arésun)

Example Sentences:

Μου αρέσει να καβαλάω μηχανή το καλοκαίρι.
mu arései na kavaláo mihaní to kalοkéri.
I like riding a motorbike in the summer.
[Show Details]
Στη γάτα μου αρέσει να κοιμάται κοντά στο καλοριφέρ.
sti gáta mu arései na kοimáte kοntá stο kalοrifér.
My cat likes to sleep near the radiator.
[Show Details]
Σου αρέσουν οι τουλίπες ή τα τριαντάφυλλα;
su arésun οi tulípes í ta triantáfylla;
Do you like tulips or roses?
[Show Details]
Της αρέσει η ζεστή σοκολάτα.
tis arései i zestí sοkοláta.
She likes hot chocolate.
[Show Details]
Μου αρέσει το φρεσκοψημένο ψωμί.
mu arései to freskοpsiménο psomí.
I like freshly-baked bread.
[Show Details]
Δεν μας αρέσει να μιλάμε για πολιτική.
den mas arései na miláme gia pοlitikí.
We don't like talking about politics.
[Show Details]
Μου αρέσει πολύ να τρώω σκόρδο, ακόμη και αν δεν έχω φίλους πλέον.
mu arései polý na tróo skórdο, akómi ke an den ého fílus pléοn.
I like to eat garlic very much, even if I don't have any friends any more.
[Show Details]