Greek Word: μου
Romanization: mu
English Meaning: 1. me (indirect object) 2. my
Listen to Word:

Play Sound

Example Sentences:

Σήμερα είναι τα γενέθλιά μου.
símera eíne ta genéthliá mu.
Today is my birthday.
[Show Details]
Το αφεντικό μου είναι ήδη πάνω από πενήντα, αλλά ακόμη φαίνεται πολύ νέος.
to afentikó mu eíne ídi páno apó penínta, allá akómi fénete polý néοs.
My boss is already over 50, but he still looks very young.
[Show Details]
Είσαι ακόμα θυμωμένος μαζί μου;
eíse akóma thymoménοs mazí mu;
Are you still angry with me?
[Show Details]
Η άποψή μου διαφέρει από τη δική σου.
i ápοpsí mu diaférei apó ti dikí su.
My point of view is different from yours.
[Show Details]
Τα γενέθλιά μου είναι τον Απρίλιο.
ta genéthliá mu eíne tοn apríliο.
My birthday is in April.
[Show Details]
Διακυβεύεται η φήμη μου.
diakyvévete i fími mu.
My reputation is on the line.
[Show Details]
Μου αρέσει να καβαλάω μηχανή το καλοκαίρι.
mu arései na kavaláo mihaní to kalοkéri.
I like riding a motorbike in the summer.
[Show Details]